ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ – ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΔΑΣΟΣ ΠΕΡΤΟΥΛΙΟΥ 29 – 30 – 31 ΜΑΙΟΥ 2026
ATHENS SCHOOL
ΛΟΓΟΣ ΤΕΧΝΗ ΤΕΧΝΙΚΗ.
ΤΟΜΕΑΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ
Πρόγραμμα εκπαιδευτικής – ερευνητικών περιηγήσεων στα δάση του Περτουλίου:
– Εκπαιδευτική – ερευνητική περιήγηση στο Πανεπιστημιακό Δάσος Περτουλίου.
– Παρακολούθηση ρίψης και καθαρισμού δέντρων από υλοτόμους.
– Επίσκεψη στο παλαιό πριστήριο του Πανεπιστημιακού Δάσους Περτουλίου.
– Επίσκεψη στο κλειστό πλέον και εγκαταλειμμένο πριστήριο της Ελάτης.
– Εκπαιδευτική – ερευνητική περιήγηση στο Προστατευτικό Δάσος Περτουλίου.
– Επίσκεψη και παρατήρηση των αρχιτεκτονημάτων του Δημήτρη Πικιώνη, το «Σαλέ» του Πανεπιστημιακού Δάσους και τα κτίρια του Δασαρχείου.
Φέτος για έκτη χρονιά πραγματοποιήσαμε την εκπαιδευτική – ερευνητική επίσκεψη του Athens School στο Περτούλι. Μέχρι τώρα η εκπαιδευτική μας περιήγηση εξαντλούνταν στο Πανεπιστημιακό Δάσος όπου παρακολουθούσαμε δια ζώσης υλοτόμηση και πραγματοποιούσαμε ζωντανά το μάθημα της φυσιολογίας του ξύλου. Επισκεπτόμασταν επίσης το παλιό πριστήριο της Ελάτης, το οποίο έκλεισε εδώ και έναν χρόνο καθώς και τα αρχιτεκτονικά δημιουργήματα του Δημήτρη Πικιώνη. Φεύγοντας, στη διαδρομή προς Καλαμπάκα, επισκεπτόμασταν μικρό σε ηλικία βελανιδοδάσος. Ήταν το πρόγραμμα που είχαμε φτιάξει το 2019 με τον δασολόγο Φώτη Γιάγκα. Από τότε ο Γιάγκας μας είχε προτείνει επίσκεψη στο προστατευτικό δάσος Περτουλίου λόγω της ιδιαίτερης σημασίας του αλλά ποτέ ο χρόνος δεν έφτανε στις εκδρομές που ακολούθησαν. Το τελευταίο διάστημα όμως που οι εκπαιδευτικές εκδρομές του Athens school αυξήθηκαν και έχουμε τη δυνατότητα να παρατηρούμε δάση πλατύφυλλων άλλων περιοχών, αποφασίσαμε να αφαιρέσουμε από το πρόγραμμα το βελανιδοδάσος της Καλαμπάκας και να επισκεφτούμε για πρώτη φορά το προστατευτικό δάσος Περτουλίου.
Ένας επιπλέον λόγος που το τολμήσαμε φέτος είναι ότι συγκροτήθηκε μια ομάδα μαθητών και μαθητριών σχετικά μικρή, όχι μεγαλύτερη των 25 ατόμων αλλά και με προηγούμενη πεζοπορική εμπειρία.
Τα «κεφαλάρια» είναι οι πίλοι πρασίνου χωριών και πόλεων και είναι μέρος της οικιστικής κουλτούρας του μακρινού παρελθόντος. Πριν από μισό περίπου αιώνα μπήκαν στον Δασικό Κώδικα του ελληνικού κράτους.
Ας δούμε τι λέει σχετικά ο δασολόγος Αντώνιος Καπετάνιος*:
ΤΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΚΑ ΔΑΣΗ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ
Η δασική υπηρεσία δημιουργούσε στην Ελλάδα άλλοτε «προστατευτικά δάση» ή χαρακτήριζε υφιστάμενα δάση ως τέτοια, βάσει του ειδικού ρόλου τους και της αποστολής τους στη λειτουργία του υπαίθριου ελληνικού χώρου, εντάσσοντάς τα έτσι σε καθεστώς αυξημένης προστασίας και αυστηρής διαχείρισης. Ήταν μια ενέργεια διοικητικής παρέμβασης στον φυσικό χώρο για την προστασία του, με στόχευση περιβαλλοντική και κοινωνική, αφού δι’ αυτής προστατεύονταν ανθρώπινες ζωές, οικισμοί, υποδομές, δραστηριότητες οικονομικού, κοινωνικού ή άλλου χαρακτήρα, που αλλιώς θα κινδύνευαν από τα φυσικά φαινόμενα.
Ποια δάση θεωρούνται και χαρακτηρίζονται ως προστατευτικά; Μας το λέει το άρθρο 69 του νομοθετικού διατάγματος 86/1969 (Δασικός Κώδικας). Είναι τα δάση, καθώς και οι δασικές εκτάσεις και οι βοσκότοποι, που βρίσκονται επί κεκλιμένων εδαφών και που ασκούν προστασία επί του ιδίου τούτου εδάφους όπου υφίστανται. Είναι τα δάση, οι δασικές εκτάσεις όπως και οι βοσκότοποι, που προστατεύουν τους υποκείμενους τόπους από καταπτώσεις χιονιού, λίθων και χωμάτων, και που συγκρατούν το χώμα από την παράσυρση ασκώντας αντιδιαβρωτική προστασία στα εδάφη. Είναι τα δάση, οι δασικές εκτάσεις όπως και οι βοσκότοποι, που ασκούν αντιπλημμυρική προστασία στις περιοχές όπου υφίστανται, έχοντας υδρονομικό ρόλο στο οικείο φυσικό περιβάλλον και στις λεκάνες απορροής χειμάρρων.
Σημειώνεται δε ότι έχει τη σημασία της η ένταξη από τον νομοθέτη και των βοσκοτόπων (βλπ.: χορτολιβαδικές εκτάσεις) σε αυτή την ειδική κατηγορία προστασίας, καθότι στις χορτολιβαδικής μορφής εκτάσεις δεν αποδίδεται στη νεώτερη δασική νομοθεσία η, σύμφωνα με την οικολογική αξία τους και την προσφορά τους στο περιβάλλον, σημαίνουσα αξία.
Πρέπει εν προκειμένω να αναφερθεί ότι κατά διασταλτική και όχι κυριολεκτική ερμηνεία, τα εν λόγω προστατευτικά δάση υπάγονται στο καθεστώς των προστατευόμενων φυσικών περιοχών του νόμου 3937/2011 «Διατήρηση της Βιοποικιλότητας και άλλες διατάξεις», όπως ισχύει, και συγκεκριμένα υπάγονται στην περίπτωση γ της παραγράφου 5 του άρθρου 19 του νόμου 1650/1986, όπως ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 5 του νόμου 3937/2011, και των τροποποιήσεων βάσει του νόμου 5037/2023, ήτοι στα «Τοπία που έχουν κηρυχθεί ως αισθητικά δάση, ως περιαστικά δάση, ως προστατευόμενα δάση και ως διατηρητέα μνημεία της φύσης, εντάσσονται δια του παρόντος στην αντίστοιχη κατηγορία». Η διασταλτική και όχι κυριολεκτική ερμηνεία υπαγωγής τους προκύπτει από το γεγονός ότι η δασική νομοθεσία αναφέρεται σε προστατευτικά δάση με το ειδικό σε αυτήν καθεστώς προστασίας τους, ενώ η περιβαλλοντική νομοθεσία (νόμος 3937/2011, όπως ισχύει) αναφέρεται σε προστατευόμενα δάση με το ειδικό κατά την περίπτωσή τους, σύμφωνα με τη νομοθεσία αναφοράς τους, καθεστώς προστασίας τους.
Είναι τα δάση, οι δασικές εκτάσεις όπως και οι βοσκότοποι, που προστατεύουν τις παραλίες από τις θαλάσσιες διαβρώσεις και αμμοχώσεις (θεωρούνται ως τα κείμενα επί των οχθών ποταμών και επί οχθών θαλασσών, και μέχρι ζώνης πλάτους 50 μέτρων). Είναι τα δάση, οι δασικές εκτάσεις όπως και οι βοσκότοποι, που ασκούν προστασία επί πηγών, ρεμάτων, οδών, σιδηροδρόμων, κατοικημένων τόπων, όπως και επί τοπίων ιστορικής αξίας, επί ιδρυμάτων, μνημείων και αρχαιολογικών χώρων, επί υπαίθριων χώρων τέχνης και πολιτισμού, επί λουτροπόλεων ή ασκληπιείων. Τέλος, είναι τα περιαστικά δάση και όσα άνωθεν ή πέριξ των οικισμών κρίνεται ότι πρέπει ν’ αναδασωθούν.
Η έννοια του προστατευτικού δάσους ήταν εμπεδωμένη στην ελληνική κοινωνία παλαιότερα, εκκινούμενη από την ανάγκη της προστασίας της από τους φυσικούς κινδύνους, όπως αυτοί διαμορφώνονται λόγω της γυμνότητας των εδαφών ή της εν γένει κατάστασής τους (ως, π.χ., εντόνως κεκλιμένα, απογυμνωμένα εδάφη κ.λπ.) ή της γεωμορφολογίας της περιοχής. Για το λόγο τούτο και βλέπουμε τους λόφους στην ελληνική ύπαιθρο, τους ευρισκόμενους πάνω από χωριά ή και πόλεις, να καλύπτονται από δασική βλάστηση, για την προστασία των εκεί εδαφών, και συνεπαγώμενα του κάτωθεν οικισμού. Είναι τα λεγόμενα «κεφαλάρια», ήτοι δάση που ως «πίλοι» πρασίνου κάλυπταν τις οικιστικές περιοχές, για να τις προστατεύσουν. Αυτά τα δάση δεν «πειράζονταν» και είχαν μιαν τρόπον τινά σεβαστική σημασία για τον τόπο, αφού υπήρχαν για την ασφάλειά του. Αυτή η σημασία τους έπαιρνε «σάρκα και οστά» όταν δάση προστατευτικά τίθονταν υπό την προστασία της εκκλησίας, ως «αφιερωματικά», ανήκοντα σε άγιο, κάτι που συνέβαινε και με στοιχεία της φύσης, όπως με δασικά δένδρα.
Στα προστατευτικά δάση απαγορεύονται οι υλοτομίες που διασπούν –όταν πραγματοποιούνται– τη συνοχή των συστάδων και απογυμνώνουν το έδαφος, ενώ η μέριμνα σε σχέση με τη δημιουργία ή τη διαχείρισή τους είναι η σύσταση δάσους σπερμοφυούς μορφής. Με αστυνομικές διατάξεις της δασικής αρχής δε, δύνανται να ρυθμιστούν ή και να απαγορευτούν ενέργειες στα εν λόγω δάση που κρίνονται επιζήμιες ή υποβαθμιστικές γι’ αυτά.
Τα εν λόγω δάση, οι δασικές εκτάσεις όπως και οι βοσκότοποι, μπαίνουν σε ειδικό καθεστώς διαχείρισης, και εκτελούνται δασοτεχνικά έργα (φυτοτεχνικά και τεχνικά) σε αυτά, για τη συγκράτηση των εδαφών και τη δημιουργία δασογενούς περιβάλλοντος. Δικαιολογείται δε και η απαλλοτρίωση εκτάσεων για τη δημιουργία προστατευτικών δασών.
*(από το βιβλίο του Αντώνιου Καπετάνιου “Το δάσος στο δίκαιό του. Το δασικό δίκαιο με όρους Οικολογίας. Επιλογή διατάξεων-Ανάλυση-Κριτική”, έκδοση ιδίου, Αθήνα 2024, διάθεση: https://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=65747).
Περιήγηση σε ένα Προστατευτικό Δάσος
Την Κυριακή 31 Μαΐου επιλέξαμε ένα μονοπάτι που περνούσε από το «Φαράγγι της Μάνας», μια υπέροχη διαδρομή, μια εμπειρία άγριου δάσους. Ένα δάσος το οποίο δεν ξυλεύεται και προστατεύεται από οποιαδήποτε παρέμβαση, παρουσιάζει σαφώς διαφορετική εικόνα από ένα δάσος που παράγει ξυλεία. Αρκετά επικλινές έδαφος, σε κάποια σημεία σχεδόν κατακόρυφο, μας έφερε η εικόνα του αμέσως στο μυαλό μας τον ρόλο του προστατευτικού δάσους για τον οποίο είχαμε μιλήσει λίγο πριν μπούμε στο μονοπάτι. Καταλάβαμε πως εάν είχαμε πάνω από το χωριό του Περτουλίου γυμνό από δάσος το βουνό, τότε μάλλον δεν θα είχαμε Περτούλι.
Μια διαδρομή αρκετά διαφορετική από την καθιερωμένη εκπαιδευτική μας διαδρομή στο Πανεπιστημιακό Δάσος όπου μέχρι πριν λίγα χρόνια είχαμε την ευκαιρία να παρατηρούμε την ορθή, αειφόρα διαχείριση του Πανεπιστημιακού δάσους. Αυτό είναι κάτι που πλέον δεν το βλέπουμε.
Το Πανεπιστημιακό Δάσος
Σάββατο 30 Μαΐου
Το Πανεπιστημιακό Δάσος Περτουλίου τα τελευταία χρόνια είναι σε εγκατάλειψη. Από το 2022 και μετά, όπου καταργήθηκε με νόμο το Ταμείο Διοίκησης και Διαχείρισης Πανεπιστημιακών Δασών, δεν παρατηρούμε πλέον ίχνη αειφορικής διαχείρισης στο δάσος Περτουλίου κατά τις εκπαιδευτικές – ερευνητικές μας περιηγήσεις. Στην πραγματικότητα δεν παρατηρούμε ίχνη της οποιασδήποτε διαχείρισης. Ειδικά μετά τον Daniel 2023 ακόμη και το οδικό δίκτυο των 70 χιλιομέτρων δεν είναι πια προσβάσιμο σε όλα τα σημεία του με ασφάλεια.
Η επικρατούσα κατάσταση μας δημιουργεί μεγάλες αμφιβολίες για το αν οι πλειοδοτικές δημοπρασίες ξυλείας της Αυτοτελούς Διεύθυνσης Διαχείρισης των Πανεπιστημιακών Δασών εντάσσονται σε ένα πλαίσιο αειφόρας διαχείρισης με τον τρόπο που συνέβαινε στο παρελθόν. Συναντήσαμε όπως σχεδόν κάθε χρόνο έμπειρους υλοτόμους αυτή τη φορά από τα Τρίκαλα και όχι από κάποιον τοπικό συνεταιρισμό.
Το προπολεμικό πριστήριο της Ελάτης έκλεισε αφού πλέον δεν υπάρχει αντικείμενο για να συνεχίσει κάποιος τη δουλειά. Η τοπική κοινωνία είναι κατακερματισμένη και τα δυο χωριά Ελάτη και Περτούλι μοιάζουν με τουριστική έρημο. Η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρηματιών του τουρισμού διαμένουν με τις οικογένειές του στα Τρίκαλα. Καμιά παραγωγική δραστηριότητα δεν παρατηρούμε ενώ η δημιουργική δραστηριότητα μεμονωμένων ανθρώπων μοιάζει με φως κεριού στο τοπικό κοινωνικό σκοτάδι.
Το συμπέρασμα που βγάζουμε μετά από τόσα χρόνια παρατήρησης του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος του Περτουλίου είναι ότι όταν επιχειρούμε να προσαρμόσουμε σε απόλυτο βαθμό το δάσος στις εμπορικές ανάγκες της αγοράς τότε είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα παρακάμψουμε τους κανόνες και τις αρχές της αειφόρας διαχείρισης. Όπως είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα παρακάμψουμε τους αρχικούς στόχους του πανεπιστημίου για πρότυπη αειφορική διαχείριση, παραγωγική δυνατότητα στο μέγιστο και ενίσχυση των τοπικών κοινωνιών.
Η νέα συνθήκη διαχείρισης του δάσους:
- έβαλε τέλος και στις τελευταίες προσπάθειες αυτοσυντήρησης των τοπικών κοινοτήτων.
- άνοιξε τον δρόμο στην ιδιωτική διαχείριση του δάσους.
- προκάλεσε μέσω εγκατάλειψης και μη πραγματικής διαχείρισης, την απώλεια του εκπαιδευτικού χαρακτήρα του.
Η εκπαιδευτική – ερευνητική περιήγηση στο Πανεπιστημιακό Δάσος
Περίπατος: 9 km, ήπια δυσκολία, διάρκεια περίπου 4 ώρες
1η Στάση: Καλωσόρισμα, περιγραφή της διαδρομής και των επακόλουθων στάσεων.
-Συμβουλή για ησυχία, για ενίσχυση της ακουστικής και οπτικής παρατήρησης και για να δημιουργούμε τη λιγότερη δυνατή όχληση.
-Κανόνας του χεριού για ησυχία και για κάποια πιθανή μικροστάση, αν προκύψει κάτι στη διαδρομή.
-Στοιχειώδεις κανόνες ασφαλείας: Περπατάμε όλοι μαζί, κι αν αισθανθούμε οποιαδήποτε δυσφορία κτλ ενημερώνουμε την ομάδα.
2η Στάση: Το αβιοτικό και βιοτικό Περιβάλλον του Περτουλίου
3η Στάση: Αειφορική υλοτομία στο Περτούλι
4η Στάση: Εντυπώσεις από τον περίπατο – Διαδραστική κουβέντα (στο τέλος της διαδρομής)
Το Πανεπιστημιακό Δάσος Περτουλίου είναι ένα εργαστήριο της φύσης και υπήρξε πρότυπο αειφορικής διαχείρισης στην Ελλάδα. Μια εκπαιδευτική και ερευνητική περιήγηση σε αυτό εκτείνεται σε μια διαδρομή ήπιας δυσκολίας 9 χιλιομέτρων, η οποία διαρκεί περίπου 4 ώρες. Στην αρχή της διαδρομής γίνεται το καλωσόρισμα της ομάδας, η περιγραφή της πορείας και η γνωριμία με τους βασικούς κανόνες του πεδίου. Η ασφάλεια είναι πρωτεύουσας σημασίας. Παράλληλα, κάνουμε ησυχία η οποία μειώνει την ανθρώπινη όχληση και οξύνει την ακουστική και οπτική παρατήρηση.
Γεωγραφικά, η περιοχή εντάσσεται στον νομό Τρικάλων, στην Κεντρική Πίνδο, και απλώνεται από τις δυτικές πλαγιές του Κόζιακα έως τις βορειοανατολικές πλαγιές της Μπουντούρας, σε υψόμετρο που κυμαίνεται από 1150 έως 2060 μέτρα. Η συνολική του έκταση αγγίζει περίπου τα 33.000 στρέμματα και παραχωρήθηκε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) από το Υπουργείο Γεωργίας το 1934. Η γη αυτή κατανέμεται σε 76,8% δάσος, 17,7% ορεινά λιβάδια, 3,5% πεδινά λιβάδια και 2% λοιπές εκτάσεις. Το κλίμα της περιοχής, όπως καταγράφεται από τον μετεωρολογικό σταθμό του δάσους σε υψόμετρο 1180 μέτρων, είναι υγρό ηπειρωτικό. Χαρακτηρίζεται από δριμύ χειμώνα, σύντομο θερμό καλοκαίρι και σχετικά ισοκατανεμημένες βροχοπτώσεις, με τους ανέμους να πνέουν συχνότερα από ΒΑ και ΝΔ διευθύνσεις. Τα κλιματικά δεδομένα δείχνουν μέση θερμοκρασία 8,49 βαθμούς Κελσίου, σχετική υγρασία 76,61%, ετήσια βροχή 1212 χιλιοστά, χιόνι 398 χιλιοστά και συνολικά κατακρημνίσματα 1610 χιλιοστά. Ο ψυχρότερος μήνας είναι ο Ιανουάριος με μέση θερμοκρασία -0,37 βαθμούς Κελσίου, ενώ ο θερμότερος είναι ο Ιούλιος με 18,45 βαθμούς, παρουσιάζοντας αυξητικές τάσεις τα τελευταία χρόνια. Αυτή η μεγάλη εποχιακή διακύμανση της θερμοκρασίας αφήνει το αποτύπωμά της απευθείας στη δομή και τις ιδιότητες του ξύλου των δέντρων.
Γεωλογικά, η περιοχή ανήκει στην εξωτερική Ελληνίδα ζώνη Πίνδου-Ωλονού, μια τεκτονική ζώνη που διατρέχει την Ελλάδα από τα ελληνοαλβανικά σύνορα έως το Παναχαϊκό και τον Ωλονό της Πελοποννήσου, με τμήματά της να εμφανίζονται μέχρι την Κρήτη και τη Ρόδο. Το μεγαλύτερο μέρος του δάσους εδράζεται πάνω σε φλύσχη του Άνω Κρητιδικού, ο οποίος σχηματίστηκε πριν από 145 εκατομμύρια χρόνια, ενώ στο ανατολικό τμήμα συναντώνται ασβεστόλιθοι του Κατώτερου και Ανώτερου Κρητιδικού (145 έως 66 εκατομμύρια χρόνια πριν). Ο ασβεστόλιθος αυτός είναι έντονα καταπονημένος από ρήγματα και μηχανική αποσάθρωση λόγω του χιονιού, γεγονός που τον καθιστά σχηματισμό υψηλής υδροπερατότητας. Αντίθετα, κατά μήκος του ρέματος του Ασπροποτάμου εμφανίζονται σύγχρονες ποτάμιες προσχώσεις και αποθέσεις του Τεταρτογενούς, ενώ παρατηρείται και σποραδική εμφάνιση πυριγενών πετρωμάτων. Αυτή η λιθολογική δομή καθορίζει άμεσα το υδρογραφικό δίκτυο. Στις υψηλές θέσεις του ασβεστόλιθου το δίκτυο είναι αραιό και τα ρέματα ξερά, όμως το νερό που διεισδύει εμπλουτίζει τον υδροφόρο ορίζοντα και τροφοδοτεί πηγές επαφής ή υπερχείλισης εκεί όπου ο ασβεστόλιθος συναντά τον φλύσχη. Το μεγαλύτερο μέρος του δάσους αποστραγγίζεται από το ρέμα του Ασπροποτάμου, το οποίο αποτελεί τη βασική λεκάνη απορροής της περιοχής. Ρέει από ανατολικά προς δυτικά, καταλήγει στον Αχελώο και είναι συνεχούς ροής. Στα ανάντη του σχηματίζει μια στενή, επιμήκη κοιλάδα με ήπια ροή, ενώ στα κατάντη η ροή μετατρέπεται σε χειμαρρώδη εξαιτίας του έντονου ανάγλυφου και της αυξημένης υδροδυναμικής. Στο κεντρικό αυτό ρέμα συμβάλλουν πολλά μικρότερα ρέματα με μικρές λεκάνες απορροής, σχηματίζοντας ένα δίκτυο δενδριτικής μορφής (που μοιάζει με τα νεύρα ενός φύλλου), λόγω της ανάπτυξής του πάνω στον αδιαπέραστο φλύσχη.
Το έδαφος που δημιουργείται από την αποσάθρωση του φλύσχη είναι αυτόχθον, χαρακτηρίζεται ως ορφνό και είναι ιδιαίτερα πλούσιο σε οργανική ύλυ. Διαθέτει μεγάλο βάθος εδαφικού ορίζοντα χάρη στη μακροχρόνια δασική κάλυψη που το εμπλούτισε με οργανική ύλη και το προστάτευσε από τη διάβρωση. Έχει κοκκώδη δομή στην επιφάνεια, ενώ η μηχανική του σύσταση περιλαμβάνει μεγάλη αναλογία ιλύος και αργίλου, με το λεπτό υλικό να αυξάνεται όσο προχωράμε στο βάθος. Παρουσιάζει όξινη έως ελαφρά όξινη αντίδραση με τιμές pH από 4,5 έως 6,5, η οποία μεταβάλλεται με το βάθος, καθώς τα επιφανειακά στρώματα είναι λιγότερο όξινα από τα βαθύτερα. Το έδαφος αυτό έχει καλή αποστράγγιση, περιέχει μεγάλες ποσότητες οργανικής ύλης που φτάνουν σε σημαντικό βάθος, και εμφανίζει υψηλή αναλογία άνθρακα προς άζωτο (7 έως 18), δείγμα έντονης βιολογικής δραστηριότητας. Στον αντίποδα, τα εδάφη που αναπτύσσονται πάνω στον ασβεστόλιθο είναι πετρώδη, αβαθή και με φτωχό οργανικό ορίζοντα.
Αυτό το φυσικό υπόβαθρο φιλοξενεί ένα πλούσιο βιοτικό περιβάλλον. Η ιστορία της χλωρίδας, σύμφωνα με έρευνες γυρεόκοκκων του Αθανασιάδη (1975), αποκαλύπτει έντονες ανθρώπινες επιδράσεις στην περιοχή που ξεκινούν ήδη από το 3000 π.Χ. Στο παρελθόν η σύνθεση του δάσους δεν ήταν η σημερινή, καθώς υπήρχαν μικτά δάση ελάτης και άλλων ψυχρόβιων πλατύφυλλων. Σήμερα, ωστόσο, επικρατεί η υβριδιγενής ελάτη, ένα ιθαγενές είδος που αποτελεί φυσικό υβρίδιο μεταξύ της λευκής και της κεφαλληνιακής ελάτης και συναντάται από τη Στερεά έως τη Βόρεια Ελλάδα. Η επικράτησή της σε αμιγείς συστάδες οφείλεται στην υψηλή της ανταγωνιστικότητα και την ανθεκτικότητά της σε συνθήκες σκίασης, βόσκησης, κλίματος και εδαφών. Η ζώνη της ελάτης ξεκινά από τα 700 μέτρα και φτάνει έως τα 1700-1800 μέτρα σχηματίζοντας μια συνεχή ζώνη, ενώ στον υποόροφο εμφανίζονται πλατύφυλλα είδη όπως ο σφένδαμος, η δρυς και η οξιά, η οποία δεν σχηματίζει δικές της συστάδες αλλά εμφανίζεται μεμονωμένα με θαμνώδη μορφή. Στο δάσος πραγματοποιήθηκαν επίσης αναδασώσεις από το 1930 με τη φύτευση διαφόρων ιθαγενών και ξένων ειδών, ωστόσο όλα τα έλατα παραμένουν αυτοφυή και δεν έχουν φυτευτεί από άνθρωπο. Η ανθρώπινη παρέμβαση περιορίστηκε στη φύτευση ορισμένων πεύκων για ερευνητικούς σκοπούς. Ο χλωριδικός κατάλογος των βασικών ειδών περιλαμβάνει την υβριδογενή ελάτη, τη μαύρη πεύκη, τη δασική πεύκη, την οξιά, τον σφένδαμο, τη δρυ, τον ίξο, τη φλαμουριά, την αγριοτριανταφυλλιά, την αγριοφράουλα, την άρκευθο, τον κέδρο, τα βρύα και άλλα είδη. Η πανίδα της περιοχής είναι εξίσου πλούσια, καθώς η ανομήλικη δομή του δάσους ενισχύει σημαντικά τη βιοποικιλότητα. Στα θηλαστικά συναντάμε την καφέ αρκούδα, τον λύκο, τον αγριόχοιρο, το ζαρκάδι, την αλεπού, τον σκίουρο και τον σκαντζόχοιρο. Τα πτηνά εκπροσωπούνται από διάφορα αρπακτικά και μικροπούλια, όπως το γεράκι και η κίσσα, ενώ στα ερπετά καταγράφονται οχιές, χελώνες, σαύρες και δενδρογαλιές. Αυτό το ευαίσθητο οικοσύστημα έρχεται αντιμέτωπο με διάφορες περιβαλλοντικές πιέσεις, όπως ο κίνδυνος πυρκαγιάς, το κυνήγι, η υλοτομία και η λαθροϋλοτομία, η βόσκηση, οι πιθανές καταπατήσεις, ο τουρισμός και η λειτουργία του χιονοδρομικού κέντρου.
Το Περτούλι είναι το ένα από τα δύο Πανεπιστημιακά δάση της χώρας (μαζί με τον Ταξιάρχη Χαλκιδικής) και οι στόχοι της διοίκησής του επικεντρώνονται στην πρακτική εκπαίδευση των φοιτητών, την έρευνα, την πρότυπη διαχείριση με γνώμονα την αειφορία, τη μέγιστη δυνατή παραγωγή ξυλείας και βοσκήσιμης ύλης, τη διατήρηση της παραγωγικότητας των εδαφών, την αναβάθμιση του ορεινού όγκου, τη βελτίωση των υπηρεσιών προς τους επισκέπτες και την ενίσχυση των τοπικών κοινωνιών μέσω της παροχής εργασίας στον παραδοσιακό πληθυσμό. Το δάσος χαρακτηρίζεται γενικά ως ανομήλικο και διαθέτει τμήματα κηπευτής δομής, όπου συνυπάρχουν όλες οι ηλικίες και οι διάμετροι των κορμών. Η υλοτομία διενεργείται συστηματικά βάσει επιστημονικών αρχών και ειδικού διαχειριστικού σχεδίου. Αυτό το σχέδιο λαμβάνει υπόψη τις φυσικές συνθήκες, τον δασοπονικό σχεδιασμό, τις συνθήκες της αγοράς ξύλου, αλλά και τις ανάγκες των ντόπιων για καυσόξυλα θέρμανσης. Κατά τον προγραμματισμό, μελετάται η σιγμοειδής αύξηση των δέντρων μέσω των αυξητικών δακτυλίων (οι οποίοι επηρεάζονται από το κλίμα, το έδαφος, τη θερμοκρασία και το υψόμετρο και φανερώνουν την ιστορία και την ποιότητα του ξύλου). Η μέση αύξηση ανάγεται σε συνολικά κυβικά μέτρα και στη συνέχεια αποφασίζεται η απόληψη ενός συγκεκριμένου αριθμού δέντρων μέχρι να συμπληρωθεί ο προβλεπόμενος όγκος.
Η επιλογή των δέντρων που θα κοπούν βασίζεται σε τέσσερα κριτήρια. Το πρώτο είναι η αρχή της αναγέννησης, σύμφωνα με την οποία απομακρύνονται τα πολύ μεγάλα δέντρα που εμποδίζουν τα μικρότερα να αναπτυχθούν, με την προϋπόθεση ότι υπάρχει επαρκής νέα βλάστηση. Το δεύτερο είναι η αρχή του εξευγενισμού, κατά την οποία αποκόπτονται τα ξύλα που δεν έχουν εμπορικό ενδιαφέρον καθώς δεν θα δώσουν καλή ξυλεία. Το τρίτο κριτήριο είναι η αρχή της ιδεατής δομής, που επιδιώκει την κοπή με τρόπο ώστε σε μικρή επιφάνεια να διατηρείται η μέγιστη δυνατή ποικιλία διαμέτρων και ηλικιών. Τέλος, η αρχή της κάρπωσης ορίζει την κοπή μεγάλων, ευθυτενών και κυλινδρικών δέντρων που θα αποδώσουν άριστη ποιότητα και ποσότητα τεχνικής ξυλείας. Επιπλέον, απομακρύνονται τα πεσμένα δέντρα ή εκείνα με σπασμένη κορυφή, ενώ συνηθίζεται να κόβονται και δέντρα που διαχωρίζουν δύο γειτονικά κέντρα αναγέννησης, ώστε οι περιοχές με τα μικρά έλατα να ενωθούν. Οι επιλογές των καλύτερων και χειρότερων δέντρων γίνονται τόσο σε ομήλικους όσο και σε ανομήλικους πληθυσμούς. Αντίθετα, δεν κόβονται ποτέ δέντρα που συγκρατούν το χώμα ή το χιόνι σε απότομες πλαγιές, δέντρα που λειτουργούν ως ανεμοφράκτες, ή δέντρα που κατά τη ρίψη τους μπορεί να προκαλέσουν ζημιές σε άλλα αδύναμα. Παράλληλα, αποφεύγεται η δημιουργία μεγάλων κενών στο δάσος, καθώς το πολύ φως ευνοεί την ανάπτυξη της φωτόφιλης φτέρης, η οποία αναπτύσσεται σε βάρος των νεαρών ελάτων που είναι σκιόφυτα.
Η ξυλεία που καρπώνεται το δασαρχείο αποτελείται κατά προσέγγιση από 60% τεχνική ξυλεία και 40% καυσόξυλα. Πριν από την κοπή πραγματοποιείται πάντα προσήμανση των δέντρων, ενώ οι κορμοί της τεχνικής ξυλείας συγκεντρώνονται στις κορμοπλατείες, δηλαδή σε πεπλατυσμένα σημεία ή ξέφωτα κοντά στους δασικούς δρόμους. Για την αποτροπή της παράνομης υλοτομίας εφαρμόζονται αυστηρές διαδικασίες ιχνηλασιμότητας, με συνεχείς ελέγχους και την έκδοση Α/Α και Δελτίου Αποστολής για κάθε φορτίο. Για την προστασία της φυσικής αναγέννησης, η βόσκηση απαγορεύεται αυστηρά σε όλο το δάσος, ενώ ένα μοναδικό χαρακτηριστικό του Πανεπιστημιακού Δάσους είναι ότι η εξωδάκωση (η μεταφορά των κορμών έξω από το δάσος) γίνεται αποκλειστικά με τη βοήθεια ζώων, αποτρέποντας έτσι τις ζημιές στο έδαφος και στα υπόλοιπα δέντρα. Η εκμετάλλευση του δάσους με βάση αυτές τις αρχές της αειφορίας εξασφαλίζει τη φυσική του αναγέννηση και διατηρεί μια ιστορική, αρμονική σχέση μεταξύ ανθρώπου και οικοσυστήματος.
Η οικολογική κατάσταση της περιοχής βάλλεται τα τελευταία χρόνια από την αλλαγή του καθεστώτος διαχείρισης και την έλλειψη ξεκάθαρων παραγωγικών και κοινωνικών στόχων. Μέσα από τις εκδρομές μας παρατηρούμε το δάσος παρατημένο να υποβαθμίζεται χρόνο με το χρόνο. Επίσης βλέπουμε το πανεπιστημιακό «Σαλέ», ένα από τα εμβληματικά κτίρια του Δημήτρη Πικιώνη με τον καιρό να καταρρέει αφού εδώ και χρόνια έχει εγκαταλειφθεί. Το Περτούλι, ένα ιστορικό χωριό, έχει μετατραπεί σε τουριστική έρημο χωρίς κανένα παραγωγικό και κοινωνικό γεγονός να υποδηλώνει την ύπαρξη τοπικής κοινωνίας. Στην ίδια μοίρα βρίσκεται και η κοντινή Ελάτη. Η τοπική δημοτική αρχή, οι επιχειρηματίες και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της ευρύτερης περιοχής βλέπουν το φυσικό περιβάλλον αποκλειστικά ως πεδίο οικονομικής – τουριστικής ανάπτυξης. Έτσι, κάθε προσπάθεια παραγωγικής και κοινωνικής οργάνωσης, πέφτει στο κενό. Ο δημόσιος χώρος αποστειρώνεται κοινωνικά και καταλαμβάνεται πλήρως από την οικονομική δραστηριότητα και αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε τουλάχιστον να μας προβληματίζει.
Βασίλης Αναγνώστου, Περιβαλλοντολόγος MSc, δάσκαλος παραδοσιακής οργανοποιίας του Athens school.
Νίκος Ιωάννου, δάσκαλος ξυλουργικής του Athens school.















