ΤΕΧΝΙΚΗ, ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΠΟΛΙΣ*

Στις 20 Αυγούστου του 1994 στον Τριπόταμο Τήνου, ο Κορνήλιος Καστοριάδης έδωσε μια διάλεξη με τίτλο «Οι μύθοι της παράδοσής μας» θέτοντας το ερώτημα της σχέσης μας με το παρελθόν. Σήμερα, 32 χρόνια μετά, συζητάμε τις ιδέες που διατύπωσε εκείνη την ημέρα επιχειρώντας να απαντήσουμε με σύγχρονους όρους στο ερώτημα που έθεσε. Συζητάμε για τη διαμόρφωση μιας νέας σχέσης, ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, που μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς με δύο λέξεις φαινομενικά αντιφατικές: σεβασμός και μεταμόρφωση. Ο Καστοριάδης μας προτείνει την αναζωογόνηση του παρελθόντος μέσω της μεταμόρφωσης των στοιχείων του που έτσι γίνονται σημαντικά για το παρόν.

 Στην εποχή μας η πρόσβαση στη γνώση της σύγχρονης τεχνολογίας γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Οι επιστήμονες, οι τεχνολόγοι, οι προγραμματιστές βρίσκονται παντού ανάμεσά μας. Αποτελούν ένα τεράστιο πλήθος. Ένα πλήθος μονάδων ασύνδετων χωρίς στην πραγματικότητα κάποιο κοινό πεδίο. Το μόνο «κοινό» πεδίο είναι η υποταγή και εξυπηρέτηση κεφαλαιουχικών δραστηριοτήτων οι οποίες εξ αντικειμένου διαγράφουν τη λέξη «κοινό».

Στο τμήμα ξυλουργικής του εκπαιδευτικού συνεταιρισμού Athens School επιχειρούμε  να καταγράψουμε τη σχέση των ανθρώπων, των κοινωνιών, με μια συγκεκριμένη τεχνολογία, τη σύγχρονη τεχνολογία ξύλου και μηχανών παραγωγής ξύλινων κατασκευών. Σε αυτή την προσπάθεια παρατηρούμε τα εξής:

Οι ολοκληρωμένοι ξυλουργοί σήμερα είναι γνώστες της σύγχρονης τεχνολογίας ξύλου. Σχεδιάζουν σε ψηφιακά προγράμματα και χειρίζονται ρομποτικά μηχανήματα υψηλής ακρίβειας.

 Μια τέτοια μονάδα παραγωγής με αυτά τα χαρακτηριστικά για να φτιαχτεί χρειάζεται κεφάλαια εκατοντάδων χιλιάδων ή και εκατομμυρίων ευρώ. Έτσι ο ανεξάρτητος παραγωγός χάνεται από το προσκήνιο με αποτέλεσμα την καταστροφή τοπικών ή μικρής κλίμακας οικονομιών. Η συλλογική δύναμη της κοινωνίας χειραγωγείται από μια αδιαμφισβήτητη αυτοκρατορία ωσάν αυτές του ιστορικού παρελθόντος. Η παγκόσμια οικονομία και παραγωγή συντελείται με όρους μαφίας και αυτό αντικατοπτρίζεται στην υποβάθμιση του ΟΗΕ και στους μαφιόζικου τύπου σύγχρονους πολέμους ανατολής και δύσης. Μια νέα γραφειοκρατία της ψηφιακής τεχνολογίας και μαφιόζικης οικονομίας ανατέλλει με μοναδικό προστατευόμενο δικαίωμα το κέρδος.

Σήμερα, η τεχνολογία ξύλου ακόμη και στη βιομηχανική της διάσταση, θα μπορούσε να έχει πραγματικά κοινωνικά οφέλη εάν ήταν στραμμένη στην εξυπηρέτηση κοινωνικών αναγκών και σε μια προσβάσιμη από όλους ποιότητα ζωής. Θα μπορούσε να αποφύγει ενεργοβόρες πρακτικές και ρυπογόνα βιομηχανικά προϊόντα ξύλου και να στραφεί σε μια πιο ορθολογική και οικολογική παραγωγή πράγμα όμως που αντίκειται στους «νόμους της αγοράς».

Υπάρχουν περιθώρια ύπαρξης μιας κοινωνικής κίνησης επί του πρακτέου και όχι απλώς ως διαμαρτυρία; Μια κίνηση που να έχει να κάνει με το κοινωνικό πράττειν και να εκπαιδεύει τους ανθρώπους για μια δημοκρατική οργάνωση της κοινωνίας (πολίτευμα) και της οικονομίας;

Στο Athenswoodschool πιάνουμε το νήμα από την εποχή που ξεκινάει η βιομηχανοποίηση του επίπλου και γενικά των ξύλινων κατασκευών. Προσπαθούμε να φτάσουμε στο σήμερα παρατηρώντας με προσοχή όλες τις φάσεις της εξέλιξης στην παραγωγή και την κατανάλωση των προϊόντων ξύλου, κρατώντας ό,τι νομίζουμε ότι αξίζει.

 Η σχεδιαστική εξέλιξη έδωσε ώθηση και στην εξέλιξη των ξυλουργικών εφαρμογών ωστόσο ποτέ δεν «ανακαλύψαμε ξανά τον τροχό» όσον αφορά το έπιπλο. Οι βασικές λειτουργικές ανάγκες που κάλυψε μέσα στους αιώνες ήταν περίπου ίδιες για ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας, μέχρι σήμερα. Τραπέζι, καρέκλα, ερμάρι, όλα διαμορφώνονταν αναλόγως των νέων χρήσεων κάθε φορά αλλά παρέμεναν πάντοτε σταθερά τα βασικά τους στοιχεία.

Με την έλευση θα λέγαμε της βιομηχανικής επανάστασης, το έπιπλο βρέθηκε στο στόχαστρο της παραγωγής. Μέσα σε έναν αιώνα είχε ήδη δημιουργηθεί το πρώτο αρχιτεκτονικό κίνημα αμφισβήτησης της βιομηχανικής παραγωγής επίπλου σε ένα πλαίσιο που είχε να κάνει με την αισθητική, την ποιότητα, τα φυσικά υλικά και την παραδοσιακή χειροτεχνία (Arts and Crafts). Αρκετές δεκαετίες μετά, στην εποχή του Μεσοπολέμου αναπτύχθηκε το βιομηχανικό σχέδιο επίπλου και ένα είδος μαζικής παραγωγής που έμελλε να αλλάξει την ιδιωτική και δημόσια ζωή των ανθρώπων. Το αρχιτεκτονικό σχέδιο προσαρμόστηκε σε μεγάλο βαθμό στα βιομηχανικά προϊόντα ξύλου. Τα λαϊκά στρώματα των μεγάλων πόλεων απέκτησαν τα όμορφα επιπλωμένα μικρά διαμερίσματα των πολυκατοικιών και μια αστική ζωή με τεράστια δημοφιλία. Η διεύρυνση των πόλεων ήταν πλέον μια πραγματικότητα και η αρχιτεκτονική του επίπλου δεν μπορούσε παρά να προσαρμοστεί σε αυτή τη νέα πρόκληση.

Τα αρχιτεκτονικά κινήματα του μεσοπολέμου άφησαν στην άκρη τις απλοϊκές οικολογικές ανησυχίες των προγόνων τους του 19ου αιώνα, για χάρη του φτωχού αστικού πλήθους. Η ποιότητα ζωής και οι οικολογικές αξίες μέχρι τότε έβρισκαν την τεχνική και εμπορική τους εφαρμογή περισσότερο στις ανώτερες οικονομικά τάξεις και σπανίως στις κατώτερες. Η ανθρωπιστική και «δημοκρατική» προσέγγιση της αστικής κοινωνικής ζωής από κινήματα όπως το Μπαουχάους (Γερμανία), μέσα σε ένα περιβάλλον απόλυτης βιομηχανικής έντασης και με επείγουσες οικιστικές ανάγκες έκλεισαν τα μάτια στο περιβαλλοντικό αποτύπωμα των κατασκευών. Η αισθητική προσαρμόστηκε στην κυριαρχία των βιομηχανικών προϊόντων ή σε ό,τι θα μπορούσε να παραχθεί βιομηχανικά με σκοπό τη μεγαλύτερη πρόσβαση περισσότερων ανθρώπων στο προϊόν. Η εθνικοσοσιαλιστική εξουσία του Χίτλερ πολέμησε ανηλεώς το δημοκρατικό Μπαουχάουζ (Bauhaus) το οποίο παρέμβαινε πολιτικά στην ανάπτυξη των πόλεων με γνώμονα τα εκατομμύρια των νέων φτωχών αστών. Ο εθνικοσοσιαλισμός του Χίτλερ (όπως και ο φασισμός του Μουσολίνι) αντιλαμβάνονταν αυτά τα πλήθη ως παράσιτα ενώ εξήρε τη φύση και την αγροτική ζωή. Θεωρούσαν οι ναζί τις μεγάλες πόλεις ως εστίες εκφυλισμού και διαφθοράς, πεδία διάχυσης αναρχικών ιδεών και εβραϊκών επιρροών και άμεση απειλή για την φυλετική καθαρότητα μέσω της διεθνοποιητικής τάσης του καπιταλισμού. Σχεδίαζαν μια αγροτική αυτοκρατορία με τεράστιες ανάγκες για «Ζωτικό Χώρο», το γνωστό δόγμα «Lebensraum». Με το σύνθημα «Blut und Boden» (Αίμα και Χώμα) ανακόπηκαν οι αρχιτεκτονικές και πολεοδομικές ιδέες δημοκρατικής ανάπτυξης της πόλης στη Γερμανία και κατ’ επέκταση στον υπόλοιπο κόσμο.

Ήρθε ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος όπου η πολιτική εκδοχή της αρχιτεκτονικής θάφτηκε στα ερείπια που άφησε πίσω του και προσπεράστηκε από την ξέφρενη αναπτυξιακή ταχύτητα που ακολούθησε. Οδηγηθήκαμε έτσι στην παραγωγή δισεκατομμυρίων εφήμερων κατασκευών που επηρέασαν αρνητικά το περιβαλλοντικό αποτύπωμα του ανθρώπου στη Γη. Αναμφισβήτητα ο καλλιτεχνικός απόηχος των αρχιτεκτονικών κινημάτων του 19ου αιώνα και της εποχής του Μεσοπολέμου αποτυπώθηκε στους ρυθμούς των μεταπολεμικών κατασκευών μεταμορφωμένος σε υψηλής απόδοσης βιομηχανικό ντιζάιν. Τα καλλιτεχνικά και δημοκρατικά χαρακτηριστικά όμως των κινημάτων αυτών δεν είχαν μεγάλη σχέση με την μετέπειτα βιομηχανική εξέλιξη του επίπλου. Το «μεγαλύτερο κέρδος με το μικρότερο κόστος στον λιγότερο δυνατό χρόνο» κατάπιε κάθε ιδέα για κατασκευές που συμβάλουν στην ποιότητα ζωής των κατώτερων οικονομικών στρωμάτων. Σε ένα τέτοιο πολιτισμικό περιβάλλον η επέλαση των βιομηχανικών προϊόντων ξύλου δεν βρήκε καμιά αντίσταση σχετικά με το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα.

Επίσης η κυριάρχηση της μαζικής παραγωγής παγκοσμίου επιπέδου εξαφάνισε τις ανεξάρτητες σχεδιαστικές ιδιαιτερότητες  μετατρέποντας την επίπλωση των σπιτιών και χώρων δουλειάς σε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο που μοιάζει με σχεδιαστικό ολοκληρωτισμό. Σε όποιο αστικό κέντρο και αν διαμείνουμε στη Γη πλέον, μοιάζει σαν να μπαίνουμε στο ίδιο σπίτι. Ο οικονομοκεντρισμός της παγκοσμιοποιημένης παραγωγής, των κατασκευών και όλων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων οδήγησε σε μια ασφυκτική ομοιογένεια.

Η αλήθεια είναι πως το δημοκρατικό Μπαουχάουζ του Μεσοπολέμου αντιμετωπίζει ένα διαφορετικό βιομηχανικό περιβάλλον από αυτό του 19ου αιώνα. Τα βιομηχανικά προϊόντα ξύλου εκείνη την εποχή πλέον είχαν κάνει τεράστιο άλμα με την εφεύρεση φτηνής και ισχυρής κόλλας και μηχανών επεξεργασίας, διαμόρφωσης και τεμαχισμού. Οι απόγονοι του “Arts and Crafts” είχαν δυνατότητες βιομηχανικής σχεδίασης και βιομηχανικής παραγωγής επίπλων με μια καινούργια αισθητική. Κράτησαν από εκείνο το «οικολογικό» αρχιτεκτονικό κίνημα τις βασικές αφαιρετικές αρχές και την εκπαίδευση και έρευνα με βάση τις παραδοσιακές τεχνικές. Το νέο στυλ μέσα από μια σχεδιαστική εξέλιξη πέρασε σε ένα στάδιο απόλυτης εμπορευματοποίησης όπως άλλωστε συνέβη σε όλους τους τομείς κατά την χρυσή περίοδο του καπιταλισμού (1945-1975).

 Μέχρι τότε έχουμε πράγματι μια ρυπογόνο κατασκευαστική πρακτική, την παραγωγή βιομηχανικών προϊόντων ξύλου μεγάλης κλίμακας, όμως από τη δεκαετία του ’70 και μετά αυτή η παραγωγή εκτοξεύεται. Ακόμη και οι εναπομείναντες ανεξάρτητοι παραγωγοί – επιπλοποιοί και μαραγκοί υποβαθμίζουν την τεχνική τους την περίοδο εκείνη και προσαρμόζουν την παραγωγή τους στην τεράστια πλέον γκάμα από βιομηχανικά προϊόντα ξύλου και στη φρενήρη οικοδομική ανάπτυξη με τις απαιτήσεις για ελάχιστο χρόνο παράδοσης και χαμηλή τιμή. Προσπάθησαν να ακολουθήσουν τη νέα κίνηση της αγοράς με τη νεοφιλελεύθερη πια δυναμική της με αποτέλεσμα η τέχνη τους να χάσει κάθε αξία. Κατά κάποιον τρόπο υπονόμευσαν την ίδια την ύπαρξή τους ως τεχνίτες. Αυτή η εξέλιξη αποδείχτηκε μοιραία, για το επάγγελμα από τη μια και για την ίδια την τέχνη του ξυλουργού από την άλλη.  Ο αριθμός των επαγγελματιών άρχισε να συρρικνώνεται, οι ξυλουργοί έγιναν μονταδόροι τεμαχισμένων βιομηχανικών προϊόντων και οι παλιές γενιές χάθηκαν χωρίς να μπορέσουν να μεταφέρουν τη γνώση τους σε νεότερους.

Σήμερα, σε μια προσπάθεια αναστοχασμού, μπαίνουμε στον πειρασμό να πιάσουμε το νήμα της αντίστασης στη βιομηχανική ισοπέδωση, ξεκινώντας από την απλοϊκή περίπτωση του «Arts and Crafts» του 19ου αιώνα. Να παρατηρήσουμε την εξέλιξη αυτού του κινήματος μέχρι τη λατρεία της βιομηχανικής παραγωγής του Μεσοπολέμου και την ιλιγγιώδη μεταπολεμική ανάπτυξη. Να δούμε τα λάθη εκείνων των φιλοσοφικών – αρχιτεκτονικών προσεγγίσεων που άνοιξαν το δρόμο στην απόλυτη βιομηχανική κυριαρχία με το αρνητικό της περιβαλλοντικό αποτύπωμα και την αυτονόμηση της τεχνολογίας. Προσεγγίσεις και επιλογές που μας οδήγησαν σε έναν πολιτισμό του εφήμερου.

 Το εύρος εφαρμογών της παραδοσιακής ξυλουργικής καλύπτει σχεδόν όλες τις κατασκευαστικές ανάγκες της σύγχρονης εποχής. Θα μπορούσε να συμβάλλει στην αλλαγή της «αντιδημοκρατικής» εξέλιξης της τεχνολογίας; Η ξυλουργική του Athenswoodschool, επιχειρεί να δώσει απάντηση σε αυτό το ερώτημα.

Παρατηρούμε τη διαμόρφωση μιας ανοιχτής εκπαιδευτικής κοινότητας γύρω από το Athens School και μια ευρύτερη διάχυση της κατασκευαστικής μας πρότασης. Παρατηρούμε επίσης ότι η παραδοσιακή ξυλουργική μπορεί να συμπληρώνει τη μηχανοξυλουργία βελτιώνοντας την αισθητική, την ποιότητα ζωής και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα ενώ δίνει τη δυνατότητα σε ανεξάρτητους παραγωγούς να ασκήσουν την τέχνη της ξυλουργικής χωρίς εξοπλιστικούς περιορισμούς.

«Δημοκρατία» όσον αφορά την πρόσβαση όλων στην κατανάλωση των τεχνολογικών προϊόντων  ή «δημοκρατία» όσον αφορά την πρόσβαση όσο γίνεται περισσότερων στην τεχνολογία;  Αυτό είναι ένα πολιτικό ερώτημα και μέρος της απάντησης μπορεί να είναι η παραδοσιακή ξυλουργική, η παγκόσμια ξυλουργική κληρονομιά.

Φυσικά κατανοούμε ότι οι τεχνολογίες διαμορφώνονται από το κυρίαρχο κοινωνικό φαντασιακό, από το πολίτευμα, τη θέσπιση κανόνων και τη δημιουργία θεσμών. Ωστόσο η συνεχής συνδιαμόρφωση μιας εκπαιδευτικής πρότασης  με τις μαθήτριες και τους μαθητές μας, κατά κάποιο τρόπο ανοίγει το πεδίο της ξυλουργικής κληρονομιάς στον σύγχρονο κόσμο. Οφείλουμε να δώσουμε χώρο σε ένα νέο τεχνολογικό περιεχόμενο το οποίο μεταμορφώνει στοιχεία της παράδοσης ώστε να γίνουν σημαντικά για το παρόν.

Νίκος Ιωάννου, υπεύθυνος τμήματος ξυλουργικής του Athens School

 *Το κείμενο αποτελεί μέρος ομιλίας στον Τριπόταμο Τήνου στις 25/7/2026 στα πλαίσια του τριημέρου για τη φιλοσοφία του Καστοριάδη «ΛΟΓΟΣ, ΠΟΛΙΣ, ΠΑΙΔΕΙΑ 25-26-27/7» που διοργάνωσαν η συλλογικότητα Αμπασάδα και ο εκπαιδευτικός συνεταιρισμός Athens School.

Το κόντρα πλακέ γίνεται το υλικό θαύμα για το σύγχρονο βιομηχανικό ντιζάιν επίπλου. Λίγο μετά, το 1940, ο Eliel Saarinen σχεδιάζει πλέον με βάση τη νέα τεχνολογία λυγισμού της αντεπικολλητής ξυλίας.
Το 1850 ο Μίχαελ Θόνετ σχεδιάζει έπιπλα με βάση τη νέα τεχνολογία κάμψης του ξύλου, 1850.
Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αναπτύσσεται ραγδαία η βιομηχανία επίπλων με βάση την τεχνολογία κάμψης του ξύλου. Ο Μ. Θόνετ γίνεται ο πατέρας μιας νέας εποχής.
Βιομηχανία παραγωγής επίπλων με βάση την τεχνολογία λυγισμού του ξύλου. Αρχές του 20ου αιώνα.
Πολυθρόνες – καρέκλες του Thonet
Marcel Βreuer 1902-1981. Έργο του 1922.
Σύγχρονα κουτιαστά έπιπλα από μοριοσανίδα με επικάλυψη μελαμίνης. Η πλέον ρυπογόνα και ενεργοβόρα παραγωγή βιομηχανικών προϊόντων ξύλου.
Σύγχρονο έπιπλο από μοριοσανίδα με επικάλυψη μελαμίνης.
Έπιπλο από φυσικό ξύλο του Μεσοπολέμου στην Τήνο.
Σύγχρονο έπιπλο με την τεχνική και τη σχεδίαση της παραδοσιακής ξυλουργικής. Τριπόταμος Τήνου.
Έπιπλο εντοιχισμένο από φυσικό ξύλο. Αρχές του 20ου αιώνα, Πύργος Σαντορίνης
Σύγχρονα έπιπλα φτιαγμένα με την τεχνική της παραδοσιακής ξυλουργικής και με εργαλεία χειρός. Έργα του Άγγλου δασκάλου παραδοσιακής ξυλουργικής Πωλ Σέλερς
Ξύλινο έπιπλο του Μεσοπολέμου
2026. Ο Μανώλης, μαθητής Β’ κύκλου ξυλουργικής του Athens School, ολοκληρώνει δίφυλλο ντουλάπι από πεύκο φτιαγμένο με τους κανόνες της παραδοσιακής ξυλουργικής με τα εγραλεία χειρός.
Μια άλλη όψη του υπεραιωνόβιου ντουλαπιού στον Πύργο Σαντορίνης.
Ο δάσκαλος παραδοσιακής ξυλουργικής Πωλ Σέλερς παρουσιάζει τα εργαλεία με τα οποία έφτιαξε αυτό το ντουλάπι.
Ξύλινα έπιπλα κουζίνας
Ο Πωλ Σέλερς ενώ κατασκευάζει. Συγκόλληση σκελετού (κασώματος) με πλαϊνά προφανώς από κάποιο βιομηχανικό πάνελ πλακάζ ή κόντρα πλακέ. Υπάρχει πιθανότητα να χρησιμοποιεί πρεσσαριστά όπως και εμείς συχνά στο Athens School.
Το ντουλάπι παραδοσιακής ξυλουργικής του Πωλ Σέλερς.
Ξύλινα έπιπλα κουζίνας φτιαγμένα με τους κανόνες και τις αρχές της παραδοσιακής ξυλουργικής και χωρίς ρυπογόνες μοριοσανίδες.
Ντουλάπια εξολοκλήρου από κωνοφόρο με την τεχνική της παραδοσιακής ξυλουργικής: κάσωμα – πλαίσιο και πλαϊνά, ράφια και χωρίσματα με “πλαστήρια” (πάνελ μασίφ ξυλείας)
Αποφύγαμε τις μοριοσανίδες εδώ και χρησιμοποιήσαμε κόντρα πλακέ σημύδα παντού. Σχέδια: ArchLab10
Κτιστή κουζίνα και επιφάνεις κόντρα πλακέ: ArchLab10
Κατασκευή επίπλου μπάνιου από συγκολλητή ξυλεία κωνοφόρου, αποφεύγοντας τις ρυπογόνες μοριοσανίδες. Σχεδίαση και επίβλεψη της αρχιτεκτόνισσας Τόνιας Κατερίνη.
Ντουλάπι εξολοκλήρου από πεύκο κατά τη διάρκεια του εκπαιδευτικού προγράμματος του Β’ κύκλου ξυλουργικής του Athens School.
Κατασκευή πρεσαριστών ντουλαπόφυλλων. Τρίτος κύκλος ξυλουργικής Athens School. Τα πρεσαριστά είναι τελάρα σκαρωτά με κομμένα τα νεύρα των ξύλων και ξυλόφυλλα ή λεπτά φύλλα κόντρα πλακέ κολλημένα και στις δύο πλευρές (σάντουϊτς) σε επίπεδη πρέσα. Πρόκειται για τεχνική της παραδοσιακής ξυλουργικής υψηλού επιπέδου και αξίας. Το βιομηχανικό προϊόν που προσπαθεί να αντιγράψει αυτή την τεχνική είναι το πλακάζ (εμπορική ονομασία στην αγορά της Ελλάδας).
Ξύλινο ντουλάπι από πεύκο φτιαγμένο με εργαλεία χειρός με τους κανόνες και τις αρχές της παραδοσιακής ξυλουργικής. Β’ κύκλος Athenswoodschool – ξυλουργική του Athens School.
Έπιπλα κουζίνας με κάσωμα 30mmX70mm από πεύκο και πλαϊνά, ράφια χωρίσματα πρεσαριστά. Σχέδια, επιλογή χρωμάτων Τόνια κατερίνη (Αρχιτέκτων Μηχανικός).
Έπιπλα κουζίνας με κάσωμα από πεύκο και πλαϊνά, ράφια, χωρίσματα πρεσαριστά. Σχέδια, επιλογή χρωμάτων Τόνια Κατερίνη (Αρχιτέκτων Μηχανικός). Κατασκευή Athenswoodschool: Δάσκαλος Νίκος Ιωάννου, μαθήτρια Αλεξάνδρα Χατζημαρινάκη και μαθητής Σέργιος Δασκαρόλης.
Επίπλωση γραφείου με έπιπλα χωρίς μεταλλικά στοιχεία στην οδό Ζαΐμη στα Εξάρχεια. Γραφείο λυώμενο και συναρμολογούμενο σε πέντε λεπτά. Η ξυλεία είναι ντόπιο έλατο από το πριστήριο των Αφων Σιάχου στο Αγρίνιο. Επεξεργασία ξύλου και κατασκευή με εργαλεία χειρός ως μέρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας του Β’ κύκλου Athenswoodschool. Προστατευτικό ξύλου: κερομάστιχο παρασκευής athenswoodschool. Κατασκευή Athenswoodschool: Δάσκαλος Νίκος Ιωάννου και οι μαθητές Σέργιος Δασκαρόλης, Χρήστος Τζάνος, Νίκος Πριόνας.

Επικοινωνήστε μαζί μας

20% Off

Σε φοιτητες και ανεργους

με την επίδειξη κάρτας ανεργίας ή φοιτητικού πάσου έχετε 20% έκπτωση σε όλα τα σεμινάρια του Athens School